Μετάφραση του "martwy" σε Ελληνικά

Οι νεκρός, πεθαμένος, άζωος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "martwy" σε Ελληνικά.

martwy adjective noun masculine γραμματική

taki, który umarł [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νεκρός

    adjective

    taki, który nie żyje; jest wyłączony z życia lub działania [..]

    Maksymalne wzniosy zaworów, kąty otwarcia i zamknięcia lub szczegóły dotyczące alternatywnych układów rozrządu, w odniesieniu do martwych punktów.

    Μέγιστη ανύψωση βαλβίδων, γωνίες ανοίγματος και κλεισίματος ή λεπτομέρειες ρύθμισης εναλλακτικών συστημάτων διανομής, ως προς τα νεκρά σημεία.

  • πεθαμένος

    adjective

    Trzeba być bardzo dobrym i zwykle bardzo martwym, by zostać świętym.

    Πρέπει να είσαι πολύ κάλός και συνήθως πολύ πεθαμένος για να γίνεις άγιος.

  • άζωος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άψυχος
    • αποθάνων
    • ανεπρόκοπος
    • σκάρτος
    • τζούφιος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " martwy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "martwy"

Φράσεις παρόμοιες με "martwy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • νεκρό πλήκτρο
  • Νεκρά Θάλασσα · Νεκρά θάλασσα
  • Εξαφανισμένη γλώσσα
  • Νεκρή φύση · νεκρά φύσις · νεκρή φύση
  • ανενεργός κώδικας
  • αποθαλασσία · γήλοφος · κυματισμός · φουσκοθαλασσιά · ύβωμα · ύψωμα
  • Αποθαλασσία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "martwy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη