Μετάφραση του "marynarka" σε Ελληνικά
Οι ναυτικό, σακάκι, στόλος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "marynarka" σε Ελληνικά.
kraw. rodzaj męskiej kurtki, noszonej jako część garnituru lub munduru [..]
-
ναυτικό
noun neuterwojska walczące na wodzie albo ogół statków, infrastruktury i ich obsługi przeznaczonych do jednego celu [..]
Zanim poszedłem do marynarki Butch nigdy nie pozwól mi pić alkoholu.
Πριν το ναυτικό ο Butch ποτέ δεν θα με άφηνε να πιω.
-
σακάκι
noun neuterrodzaj męskiej kurtki, noszonej jako część garnituru lub munduru
Ty wystąpiłbyś w tej złotej marynarce, a ja w tej seksownej czerwonej sukience.
Εσύ με το χρυσαφί σου σακάκι κι εγώ με το καυτό κόκκινο φόρεμα.
-
στόλος
noun masculinePaństwa członkowskie mogą ustalić, iż niniejszej dyrektywy nie stosuje się do załóg marynarki handlowej.
Τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η παρούσα οδηγία δεν εφαρμόζεται στο ναυτιλόμενο προσωπικό του εμπορικού στόλου.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " marynarka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "marynarka"
Φράσεις παρόμοιες με "marynarka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ναυτική αεροπορία
-
αξιωματικός του ναυτικού
-
Πολεμικό Ναυτικό · Πολεμικό ναυτικό · ναυτικό · πολεμικό ναυτικό
-
Υποπλοίαρχος
-
εμπορικός στόλος
-
Εμπορικός στόλος