Μετάφραση του "masa" σε Ελληνικά
Το μάζα είναι η μετάφραση του "masa" σε Ελληνικά.
masa
noun
feminine
γραμματική
fiz. podstawowa wielkość fizyczna określająca ilość materii; [..]
-
μάζα
noun femininewielkość fizyczna, miara bezwładności
Jest ona zdefiniowana jako masa samego produktu bez opakowań bezpośrednich i pozostałych opakowań.
Καθορίζεται ως η μάζα των προϊόντων χωρίς τις άμεσες πρώτες συσκευασίες τους ούτε άλλες συσκευασίες.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " masa " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "masa"
Φράσεις παρόμοιες με "masa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Στεμματική εκπομπή μάζας
-
Κρίσιμη μάζα
-
μονάδα μάζας
-
μονάδα μάζας
-
Αρχή διατήρησης της μάζας
-
δράμι
-
ατομικό βάρος · βάρος
-
Ατομική μονάδα μάζας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη