Μετάφραση του "maska" σε Ελληνικά
Οι μάσκα, καπό, προσωπίδα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "maska" σε Ελληνικά.
przykrycie twarzy lub jej części z otworami na oczy, używana w różnych celach, np. ochronnych lub obrzędowych; [..]
-
μάσκα
noun feminineprzykrycie twarzy lub jej części z otworami na oczy, używana w różnych celach, np. ochronnych lub obrzędowych; [..]
Gościem, któremu po założeniu maski zaserwowałeś ładunek z shotguna.
Αυτός που πυροβόλησες με την καραμπίνα φορώντας τη μάσκα πουλιού.
-
καπό
neuterczęść przednia samochodu, pod którą znajduje się silnik
Możesz spać na masce i gapić się w gwiazdy.
Κοιμήσου στο καπό κοιτώντας τα άστρα που σου αρέσουν κιόλας.
-
προσωπίδα
noun feminine— sprzęt respiracyjny wraz z maskami spawalniczymi,
— Αναπνευστικές συσκευές που διαθέτουν κινητή προσωπίδα συγκόλλησης
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- προσωπείο
- κουκούλα
- καπώ αυτοκινήτου
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " maska " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Maska (serial animowany) [..]
"Maska" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Maska στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "maska"
Φράσεις παρόμοιες με "maska" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναγνωριστικό μάσκας bit
-
μάσκα πρόσβασης
-
μάσκα συνάφειας
-
μάσκα εισαγωγής
-
μάσκα υποδικτύου
-
Η μάσκα του Αγαμέμνονα
-
προεπιλεγμένη μάσκα υποδικτύου
-
μάσκα bit