Μετάφραση του "mat" σε Ελληνικά

Οι ματ, θαμπάδα, υποναύκληρος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mat" σε Ελληνικά.

mat noun masculine γραμματική

wojsk. podoficer marynarki, odpowiednik kaprala w wojskach lądowych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ματ

    neuter

    szach. szachy, pojęcie szachowe stan gry, w którym król jednej ze stron jest zaszachowany i nie można go uratować; [..]

    A to szach-mat zostanie zrealizowane, kiedy poprę go moją krwią.

    Κι αυτό το ρουά ματ θα εκπληρωθεί αφότου σφραγιστεί με αίμα.

  • θαμπάδα

    feminine

    przedmiot, powierzchnia bez połysku

  • υποναύκληρος

    masculine

    wojsk. podoficer marynarki, odpowiednik kaprala w wojskach lądowych; [..]

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • Κελευστής
    • Ματ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mat

Mat (rzeka)

+ Προσθήκη

"Mat" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Mat στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "mat"

Φράσεις παρόμοιες με "mat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη