Μετάφραση του "matriarchat" σε Ελληνικά

Οι μητριαρχία, Μητριαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "matriarchat" σε Ελληνικά.

matriarchat Noun noun masculine γραμματική

socjol. organizacja społeczeństwa pierwotnego, w którym dominujące znaczenie mają kobiety; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μητριαρχία

    noun feminine

    przen. przenośnie, przenośnia dominacja kobiety w związku rodzinnym [..]

    Całe te parszywe miejsce jest największym matriarchatem w historii cywilizacji.

    Το πιο αιματοβαμμένο μέρος, η χειρότερη μητριαρχία στην ιστορία του πολιτισμού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " matriarchat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Matriarchat
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μητριαρχία

    Całe te parszywe miejsce jest największym matriarchatem w historii cywilizacji.

    Το πιο αιματοβαμμένο μέρος, η χειρότερη μητριαρχία στην ιστορία του πολιτισμού.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "matriarchat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη