Μετάφραση του "mebel" σε Ελληνικά

Οι έπιπλο, έπιπλα, Έπιπλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mebel" σε Ελληνικά.

mebel noun masculine γραμματική

ruchomy sprzęt użytkowy przeznaczony do wyposażenia pomieszczeń; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • έπιπλο

    noun neuter

    sprzęt użytkowy przeznaczony do wyposażenia wnętrz mieszkalnych i użytkowych, np. stół, szafa; [..]

    Jeszcze nie widziałam, żeby ktoś tak nienawidził mebla.

    Δεν έχω ξαναδεί κανέναν να μισεί ένα έπιπλο τόσο πολύ.

  • έπιπλα

    noun neuter

    W moim domu jest mało mebli.

    Στο σπίτι μου υπάρχουν λιγοστά έπιπλα.

  • Έπιπλο

    Jeszcze nie widziałam, żeby ktoś tak nienawidził mebla.

    Δεν έχω ξαναδεί κανέναν να μισεί ένα έπιπλο τόσο πολύ.

  • έπιπλo

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mebel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mebel"

Φράσεις παρόμοιες με "mebel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μεταλλική επίπλωση
  • έπιπλα · έπιπλο · είδη επιπλώσεων · επίπλωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mebel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη