Μετάφραση του "merystem" σε Ελληνικά

Το μερίστωμα είναι η μετάφραση του "merystem" σε Ελληνικά.

merystem Noun noun masculine γραμματική

rodzaj tkanki roślinnej [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μερίστωμα

    noun

    U większości roślin takie organy, jak łodyga, liście czy kwiaty rozwijają się z małego, centralnie usytuowanego skupiska komórek — merystemu.

    Τα περισσότερα φυτά σχηματίζουν καινούρια όργανα όπως βλαστούς, φύλλα και άνθη από ένα μικροσκοπικό κεντρικό σημείο ανάπτυξης που ονομάζεται μερίστωμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " merystem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "merystem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη