Μετάφραση του "metryka" σε Ελληνικά
Οι μετρική, μετρικό, μετρικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "metryka" σε Ελληνικά.
metryka
Noun
noun
feminine
γραμματική
urz. dokument stwierdzający narodziny, chrzest, ślub albo śmierć jakiejś osoby [..]
-
μετρική
noun feminine -
μετρικό
-
μετρικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " metryka " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "metryka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οριακή τιμή μετρικής δοκιμής
-
μετρική κώδικα
-
Υπολογιζόμενα μετρικά
-
μετρική δοκιμής
-
υπολογιζόμενο μετρικό
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη