Μετάφραση του "mezon" σε Ελληνικά
Το μεσόνιο είναι η μετάφραση του "mezon" σε Ελληνικά.
mezon
noun
masculine
γραμματική
Cząstka nietrwała, oddziaływująca, elementarna, naładowana elektrycznie lub obojętna, rozpada się na inne cząstki [..]
-
μεσόνιο
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mezon " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "mezon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μεσόνιο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη