Μετάφραση του "milioner" σε Ελληνικά

Το εκατομμυριούχος είναι η μετάφραση του "milioner" σε Ελληνικά.

milioner noun masculine γραμματική

osoba bardzo bogata, posiadająca miliony

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκατομμυριούχος

    noun masculine

    osoba bardzo bogata, posiadająca miliony

    Czasem mam ochotę rzucić wszystko w cholerę i zostać playboyem milionerem.

    Καμιά φορά σκέφτομαι πολύ σοβαρά να τα βροντήξω όλα και να γίνω εκατομμυριούχος πλέιμποϊ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " milioner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "milioner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη