Μετάφραση του "mim" σε Ελληνικά

Οι μίμος, παντομίμα, μιμόδραμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mim" σε Ελληνικά.

mim Noun noun masculine γραμματική

teatr. aktor występujący w pantomimie; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μίμος

    noun

    Zoran był wielkim mimem i kiedy został zastrzelony padł jak artysta.

    Ο Ζόραν ήταν σπουδαίος μίμος και όταν πυροβολήθηκε έπεσε σαν καλλιτέχνης.

  • παντομίμα

    noun feminine

    Cieżko powiedzieć, czy to jeszcze zespół czy trupa mimów.

    " Ήταν δύσκολο να καταλάβει αν η μπάντα ήταν κανονική μπάντα " " ή παντομίμα.

  • μιμόδραμα

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mim " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mim"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mim" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη