Μετάφραση του "minister" σε Ελληνικά

Οι υπουργός, υπουργόσ, χριστιανός ιερέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minister" σε Ελληνικά.

minister Noun noun masculine feminine γραμματική

urzędnik będący członkiem rządu i kierujący ministerstwem; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπουργός

    noun masculine

    πολιτικός που διευθύνει συγκεκριμένο τομέα των καθηκόντων μιας εθνικής ή τοπικής κυβέρνησης [..]

    Jako minister rządu ponosi współodpowiedzialność za brutalne represje stosowane przez reżim wobec ludności cywilnej.

    Ως υπουργός της κυβέρνησης, είναι συνυπεύθυνος για τη βίαιη καταστολή του άμαχου πληθυσμού από το καθεστώς.

  • υπουργόσ

    Jako minister rządu ponosi współodpowiedzialność za brutalne represje stosowane przez reżim wobec ludności cywilnej.

    Ως υπουργός της κυβέρνησης, είναι συνυπεύθυνος για τη βίαιη καταστολή του άμαχου πληθυσμού από το καθεστώς.

  • χριστιανός ιερέας

    πρόσωπο που εκτελεί τυπικά λατρείας στη Χριστιανική θρησκεία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minister " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "minister" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minister" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη