Μετάφραση του "minstrel" σε Ελληνικά

Οι μενεστρέλοι, Μενεστρέλοι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "minstrel" σε Ελληνικά.

minstrel Noun noun masculine γραμματική

(a.) bard średniowieczny, wędrowny pieśniarz-poeta [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μενεστρέλοι

    Są to średniowieczne utwory poetyckie śpiewane przez minstreli.

    Οι καντίγκας είναι μεσαιωνικές ποιητικές συνθέσεις τις οποίες τραγουδούσαν μενεστρέλοι.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " minstrel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Minstrel
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μενεστρέλοι

    Są to średniowieczne utwory poetyckie śpiewane przez minstreli.

    Οι καντίγκας είναι μεσαιωνικές ποιητικές συνθέσεις τις οποίες τραγουδούσαν μενεστρέλοι.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "minstrel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη