Μετάφραση του "mir" σε Ελληνικά

Οι σεβασμός, υπόληψη, Μιρ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mir" σε Ελληνικά.

mir Noun noun masculine γραμματική

przest. pokój [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεβασμός

    noun masculine
  • υπόληψη

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mir " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mir

Mir (żaglowiec)

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μιρ

    Mir (stacja orbitalna)

    Mir podłożył włosy na łodzi, abyśmy myśleli, że tak właśnie wyglądał.

    Ο Μιρ έβαλε αυτές τις τρίχες στο ταχύπλοο για να μας κάνει να πιστέψουμε ότι έτσι μοιάζει.

Φράσεις παρόμοιες με "mir" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mir" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη