Μετάφραση του "mirt" σε Ελληνικά

Οι μυρτιά, μύρτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mirt" σε Ελληνικά.

mirt noun masculine γραμματική

bot. Myrtus, krzew wiecznie zielony, o wonnych liściach i białych kwiatach, będący symbolem dziewictwa; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μυρτιά

    noun

    Na pustkowiu zasadzę cedr, akację i mirt, i drzewo oleiste.

    Στην έρημο θα φυτέψω τον κέδρο, την ακακία και τη μυρτιά και το ελαιώδες δέντρο.

  • μύρτος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mirt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mirt"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mirt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη