Μετάφραση του "mniszka" σε Ελληνικά

Οι καλόγρια, καλόγερος, μοναχός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mniszka" σε Ελληνικά.

mniszka Noun noun feminine γραμματική

rel. w chrześcijaństwie: zakonnica z zakonu monastycznego, mniszego [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καλόγρια

    noun feminine

    Nie powinniśmy byli oddać cię pod opiekę mniszki.

    Δεν έπρεπε ν'αφήσουμε την καλόγρια να σε πάρει.

  • καλόγερος

    noun masculine
  • μοναχός

    noun masculine

    Walka mniszek śródziemnomorskich o przetrwanie jest utrudniona ze względu na ich niską rozrodczość.

    Ο αγώνας της φώκιας μοναχός για επιβίωση εμποδίζεται από το χαμηλό ρυθμό αναπαραγωγής της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mniszka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mniszka"

Φράσεις παρόμοιες με "mniszka" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mniszka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη