Μετάφραση του "moc" σε Ελληνικά

Οι ισχύς, δυναμικότητα, δύναμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moc" σε Ελληνικά.

moc noun feminine γραμματική

siła, umiejętność, zdolność do wysiłku [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ισχύς

    noun feminine

    praw. obowiązywanie jakiegoś prawa, ustawy [..]

    W przypadku wszystkich silników dla jednostek rekreacyjnych maksymalna moc znamionowa silnika powinna być podana w instrukcji obsługi.

    Για όλους τους κινητήρες θαλάσσης για σκάφη αναψυχής, η μέγιστη ονομαστική ισχύς αναγράφεται στο εγχειρίδιο ιδιοκτήτη.

  • δυναμικότητα

    noun

    Konkurenci, którzy wykorzystują w pełni moce produkcyjne swoich zakładów, nie planują podobnych inwestycji.

    Δεν προβλέπονται άλλες τέτοιες επενδύσεις από τους ανταγωνιστές, οι οποίοι χρησιμοποιούν την πλήρη δυναμικότητα των εγκαταστάσεών τους.

  • δύναμη

    noun feminine

    Odebrali królowej moc, bo budziła w nich zbyt wielką trwogę.

    Αλλά έπιασαν τη δύναμη που φοβόνταν πολύ για μια γυναίκα να έχει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • κύρος
    • Ισχύς
    • βία
    • εξουσία
    • πληθάριθμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " moc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Moc

Moc (Gwiezdne wojny)

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Δύναμη

    feminine

    Δύναμη (Πόλεμος των Άστρων)

    Kryształ Kyber reaguje na Moc.

    Ο κρύσταλλος Κάιμπερ είναι συντονισμένος με τη Δύναμη.

Εικόνες με "moc"

Φράσεις παρόμοιες με "moc" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "moc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη