Μετάφραση του "moda" σε Ελληνικά
Οι μόδα, νεωτερισμός, συρμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "moda" σε Ελληνικά.
moda
noun
feminine
γραμματική
zmieniający się styl życia, ubioru, obyczaju związany z epoką, normami danego społeczeństwa [..]
-
μόδα
noun feminineStaram się nadążać za modą i kopiować to, co zobaczę w magazynach.
Προσπαθώ να είμαι στη μόδα και κάνω ότι βλέπω στα περιοδικά.
-
νεωτερισμός
noun neuterSiłą napędową mody są dwa podstawowe czynniki — pragnienie odmiany i chęć dopasowania się do otoczenia.
Δύο βασικές επιθυμίες τροφοδοτούν τη βιομηχανία της μόδας—ο νεωτερισμός και η συμμόρφωση με συγκεκριμένα πρότυπα.
-
συρμός
noun masculineTo ostatni krzyk mody w Londynie.
Είναι ο νέος συρμός στο Λονδίνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " moda " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "moda" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Τόλμη και Γοητεία
-
Εβδομάδα μόδας
-
σχεδιαστής μόδας
-
πάνω κάτω · χοντρικά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη