Μετάφραση του "mol" σε Ελληνικά

Οι γραμμομόριο, Γραμμομόριο, μολ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mol" σε Ελληνικά.

mol noun masculine γραμματική

chem. fiz. jednostka liczności materii w układzie SI; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γραμμομόριο

    noun neuter
  • Γραμμομόριο

    Το γραμμομόριο ή mole μολ (σύμβολο: mol) είναι η μονάδα μέτρησης με την οποία προσδιορίζουμε την ποσότητα ύλης ενός σώματος στο Διεθνές Σύστημα Μονάδων (S.I.) και αποτελεί μία από τις επτά θεμελιώδεις μονάδες του.

  • μολ

    noun neuter

    Szkoła w Mol wystąpiła o stworzenie angielskiej sekcji językowej.

    Το σχολείο του Μολ ζήτησε τη σύσταση αγγλόφωνου τμήματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Mol Proper noun γραμματική
+ Προσθήκη

"Mol" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Mol στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "mol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποβάθρα · μώλος · προκυμαία
  • Γκρέτσεν Μολ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη