Μετάφραση του "monarchia" σε Ελληνικά
Οι μοναρχία, βασίλειο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monarchia" σε Ελληνικά.
monarchia
noun
feminine
γραμματική
polit. ustrój, w którym krajem rządzi jedna osoba nazywana monarchą; [..]
-
μοναρχία
noun femininepolit. ustrój, w którym krajem rządzi jedna osoba nazywana monarchą; [..]
Od monarchii do anarchii i z powrotem do monarchii.
Από μοναρχία σε αναρχία και πίσω σε μοναρχία.
-
βασίλειο
noun neuterOd roku 1918 do 1940 Mołdawia podlegała Rumunii, która była wtedy monarchią.
Από το 1918 ως το 1940, η Μολδαβία βρισκόταν υπό τον έλεγχο της Ρουμανίας, η οποία ήταν τότε βασίλειο με μοναρχικό καθεστώς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " monarchia " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "monarchia" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Πατριαρχείο
-
Αυστροουγγαρία
-
δεσποτισμός
-
απόλυτη μοναρχία
-
συνταγματική μοναρχία
-
εκλεκτορική μοναρχία
-
κοινοβουλευτική μοναρχία · μοναρχία
-
Δεσποτισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη