Μετάφραση του "monarchista" σε Ελληνικά

Οι μοναρχικός, φιλοβασιλικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monarchista" σε Ελληνικά.

monarchista noun masculine γραμματική

polit. zwolennik monarchizmu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναρχικός

    noun masculine

    polit. zwolennik monarchizmu [..]

    Ten sam stary zarzut... Monarchista.

    Είναι η ίδια παλιά κατηγορία - - ένας Μοναρχικός.

  • φιλοβασιλικός

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monarchista " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monarchista" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη