Μετάφραση του "mongolski" σε Ελληνικά
Οι Μογγολικά, μογγολικό, μογγολικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mongolski" σε Ελληνικά.
mongolski
adjective
noun
masculine
γραμματική
odnoszący się do Mongolii lub Mongołów [..]
-
Μογγολικά
noun neuterJej czaszka zawiera mieszankę kaukazkich i mongolskich rys.
Το κρανίο έχει Καυκασοειδή και Μογγολικά χαρακτηριστικά.
-
μογγολικό
adjective neuterMoże chce popatrzyć na ładną, mongolską buźkę przy kolacji.
Μπορεί απλά να θέλει ένα γλυκό μογγολικό πρόσωπο να κοιτάει στο δείπνο.
-
μογγολικός
adjective masculine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μογγολική
- μογγολικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " mongolski " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "mongolski"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη