Μετάφραση του "motet" σε Ελληνικά

Οι μοτέτο, Μοτέτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "motet" σε Ελληνικά.

motet Noun noun masculine γραμματική

Wielogłosowy utwór wokalny popularny w średniowieczu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοτέτο

    Walca, motet, kornet solo z wariacjami!

    Ένα βαλς, ένα μοτέτο, ένα σόλο κορνέτων με παραλλαγές!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " motet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Motet
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μοτέτο

    gatunek muzyczny

    Walca, motet, kornet solo z wariacjami!

    Ένα βαλς, ένα μοτέτο, ένα σόλο κορνέτων με παραλλαγές!

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "motet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη