Μετάφραση του "mowa" σε Ελληνικά

Οι ομιλία, γλώσσα, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "mowa" σε Ελληνικά.

mowa noun feminine γραμματική

przemówienie, wypowiedź; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομιλία

    noun feminine

    Słyszałam, że pisanie mowy na przegraną przynosi pecha.

    Άκουσα πως είναι γρουσουζιά να γράφεις την ομιλία παραχώρησης.

  • γλώσσα

    noun feminine

    Co więcej, skarżąca nie wykazała, że słowo złożone „europig” weszło do mowy potocznej i nabyło właściwe sobie znaczenie.

    Εξάλλου, η προσφεύγουσα δεν απέδειξε ότι η σύνθετη λέξη «europig» μπήκε στην καθημερινή γλώσσα και απέκτησε ιδία σημασία.

  • λόγος

    noun masculine

    W tych aktach delegowanych bierze się pod uwagę kwestie, o których mowa w art. 235 i 236.

    Οι εν λόγω κατ' εξουσιοδότηση πράξεις λαμβάνουν υπόψη τα θέματα που αναφέρονται στα άρθρα 235 και 236.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αγόρευση
    • Ομιλία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " mowa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "mowa"

Φράσεις παρόμοιες με "mowa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "mowa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη