Μετάφραση του "neutron" σε Ελληνικά

Το νετρόνιο είναι η μετάφραση του "neutron" σε Ελληνικά.

neutron noun masculine γραμματική

fiz. cząstka złożona z dwóch kwarków dolnych i jednego górnego; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νετρόνιο

    noun neuter

    nukleon o zerowym ładunku elektrycznym [..]

    Gdy złączy się dwa protony razem, jeden z nich zamienia się w neutron.

    Τώρα, όταν κολλήσουν δύο πρωτόνια μαζί το ένα εκ των δύο μετατρέπεται σε νετρόνιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " neutron " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "neutron"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "neutron" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη