Μετάφραση του "nowatorstwo" σε Ελληνικά

Το καινοτομία είναι η μετάφραση του "nowatorstwo" σε Ελληνικά.

nowatorstwo Noun noun neuter γραμματική

coś, co zostało wprowadzone po raz pierwszy, np. nowe metody lub urządzenia

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • καινοτομία

    noun feminine

    coś, co zostało wprowadzone po raz pierwszy, np. nowe metody lub urządzenia

    Częściej opierają się na przykład na wiedzy zawodowej lub kreatywności i nowatorstwie organizacyjnym.

    Τείνουν να βασίζονται περισσότερο, για παράδειγμα, στις επαγγελματικές γνώσεις και στη δημιουργικότητα καθώς και στην οργανωτική καινοτομία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nowatorstwo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nowatorstwo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη