Μετάφραση του "nudyzm" σε Ελληνικά

Το γυμνισμός είναι η μετάφραση του "nudyzm" σε Ελληνικά.

nudyzm noun masculine

kierunek propagujący przebywanie na świeżym powietrzu nago dla osiągnięcia pełnego kontaktu z naturą [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • γυμνισμός

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nudyzm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nudyzm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη