Μετάφραση του "nylon" σε Ελληνικά

Οι νάιλον, Νάιλον είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "nylon" σε Ελληνικά.

nylon Noun noun masculine γραμματική

włók. tkanina syntetyczna o dużej wytrzymałości, stosowana głównie do wyrobu spadochronów i pończoch; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νάιλον

    noun neuter

    Poliamid lub nylon znajdujący się w mieszance o znanej masie w stanie suchym rozpuszcza się w kwasie mrówkowym.

    Οι πολυαμιδικές ή νάιλον ίνες διαλύονται από μια γνωστή ξηρή μάζα του μείγματος με μυρμηκικό οξύ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " nylon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Nylon
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Νάιλον

    Το νάιλον είναι μια γενική ονομασία για μια οικογένεια συνθετικών πολυμερών γνωστών γενικά ως αλειφατικών πολυαμιδίων.

    Poliamid lub nylon znajdujący się w mieszance o znanej masie w stanie suchym rozpuszcza się w kwasie mrówkowym.

    Οι πολυαμιδικές ή νάιλον ίνες διαλύονται από μια γνωστή ξηρή μάζα του μείγματος με μυρμηκικό οξύ.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "nylon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη