Μετάφραση του "obecny" σε Ελληνικά

Οι παρών, σύγχρονος, δώρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obecny" σε Ελληνικά.

obecny Adjective adjective noun masculine γραμματική

osobiście przy czymś będący, znajdujący się gdzieś w danej chwili [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • παρών

    adjective

    osobiście przy czymś będący, znajdujący się gdzieś w danej chwili [..]

    Aby to osiągnąć, Urząd przeprowadza obecnie badanie modelujące oparte na rachunku kosztów działań.

    Η Αρχή επεξεργάζεται επί του παρόντος μοντέλο για την κοστολόγηση βάσει δραστηριοτήτων, προκειμένου να επιτευχθούν τα ανωτέρω.

  • σύγχρονος

    adjective

    dzisiejszy, teraźniejszy, współczesny

    Energia nadająca się do wykorzystania stanowi podstawę naszej obecnej kultury i sposobu życia.

    Η ωφέλιμη ενέργεια αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία οικοδομούνται ο σύγχρονος τρόπος ζωής και ο πολιτισμός μας.

  • δώρο

    noun neuter

    Moja córka złożyła kilka sesji jako emerytury obecnych

    Η κόρη μου μού έκανε δώρο συνεδρίες, για τη συνταξιοδότησή μου.

  • τωρινός

    adjective

    Naszym przywódcą i nauczycielem jest obecnie żyjący prorok.

    Ο τωρινός ζων προφήτης είναι ο ηγέτης και διδάσκαλός μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obecny " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "obecny" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Ob
    Ομπ
  • OB
    ΤΚΕ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obecny" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη