Μετάφραση του "obfity" σε Ελληνικά

Οι άφθονος, αρκετός, πλούσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obfity" σε Ελληνικά.

obfity adjective masculine γραμματική

występujący w dużej ilości lub w dużym natężeniu, składający się z dużej liczby czegoś [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • άφθονος

    adjective masculine

    Pod wyciągiem laboratoryjnym doprowadzić do wrzenia na płycie grzejnej i gotować aż do wydzielenia się obfitych białych oparów.

    Το σύνολο τοποθετείται σε θερμαντική εστία κάτω από απαγωγό και θερμαίνεται μέχρι βρασμού, ο οποίος διατηρείται μέχρι να εκλυθεί άφθονος λευκός καπνός.

  • αρκετός

    adjective
  • πλούσιος

    adjective masculine

    Jest to kraj, gdzie miliony osób cierpią głód, nawet w latach obfitych zbiorów.

    Είναι μια χώρα όπου εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από πείνα, ακόμα και στη διάρκεια ετών όπου υπάρχει πλούσια συγκομιδή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obfity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obfity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη