Μετάφραση του "obligacja" σε Ελληνικά

Οι ομόλογο, ομολογία, Ομόλογο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obligacja" σε Ελληνικά.

obligacja noun feminine γραμματική

ekon. papier wartościowy o charakterze dłużnym dający posiadaczowi prawo do otrzymania świadczenia od emitenta w określonym terminie;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • ομόλογο

    noun

    W międzyczasie jednak kwota obligacji została w pełni wypłacona, bez konieczności podejmowania jakichkolwiek działań przez rząd Islandii.

    Ωστόσο, εν τω μεταξύ, το ομόλογο αποπληρώθηκε στο ακέραιο χωρίς την παρέμβαση του ισλανδικού κράτους.

  • ομολογία

    noun

    Jednak po upływie pierwotnego terminu zapadalności zabezpieczone obligacje bankowe nie stanowią kwalifikowanego zabezpieczenia na potrzeby własnego wykorzystania.

    Πάντως, μετά την αρχική ημερομηνία λήξης η καλυμμένη τραπεζική ομολογία καθίσταται ακατάλληλη για ίδια χρήση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obligacja " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Obligacja
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ομόλογο

    W międzyczasie jednak kwota obligacji została w pełni wypłacona, bez konieczności podejmowania jakichkolwiek działań przez rząd Islandii.

    Ωστόσο, εν τω μεταξύ, το ομόλογο αποπληρώθηκε στο ακέραιο χωρίς την παρέμβαση του ισλανδικού κράτους.

Φράσεις παρόμοιες με "obligacja" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obligacja" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη