Μετάφραση του "obornik" σε Ελληνικά

Οι κοπριά, Κοπριά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "obornik" σε Ελληνικά.

obornik Noun noun masculine γραμματική

roln. odchody zwierząt hodowlanych uprzątnięte wraz ze ściółką; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοπριά

    noun feminine

    roln. odchody zwierząt hodowlanych uprzątnięte wraz ze ściółką; [..]

    Miałaś nazbierać obornika, a bawisz się z psem.

    Έπρεπε να μαζέψεις κοπριά, αλλά αποφάσισες να παίξεις αντ'αυτού.

  • Κοπριά

    Nawozem jest przede wszystkim odzyskany miąższ owoców i obornik.

    Το λίπασμα που χρησιμοποιείται είναι κυρίως ανακυκλωμένος πολτός δρυπών και κοπριά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " obornik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "obornik"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "obornik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη