Μετάφραση του "ocelot" σε Ελληνικά

Οι αιλουρότιγρη, Λεόπαρδος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ocelot" σε Ελληνικά.

ocelot noun masculine γραμματική

syst. zool. Leopardus Gray, rodzaj ssaków drapieżnych z rodziny kotowatych; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιλουρότιγρη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ocelot " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ocelot
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Λεόπαρδος

Εικόνες με "ocelot"

Φράσεις παρόμοιες με "ocelot" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ocelot" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη