Μετάφραση του "oparcie" σε Ελληνικά

Οι βάση, πλάτη, στήριγμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "oparcie" σε Ελληνικά.

oparcie Noun noun neuter γραμματική

część mebla służąca do podtrzymywania pleców [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    W stosownych przypadkach, w oparciu o dane od producenta należy uwzględnić również przerwy na odsiarczanie.

    Κατά περίπτωση, εξετάζονται επίσης τα μεσοδιαστήματα αποθείωσης με βάση τα δεδομένα του κατασκευαστή.

  • πλάτη

    noun feminine

    Po zamontowaniu w pozycji do użytku oparcie siedzenia montowanego na krześle musi być odpowiednio wysokie.

    Όταν τοποθετείται για χρήση, το ύψος της πλάτης του καθίσματος προσαρμοσμένου σε καρέκλα πρέπει να είναι επαρκώς υψηλό.

  • στήριγμα

    noun neuter

    Niektórzy motocykliści używają zbiornika, by oprzeć łokcie podczas zakrętów.

    Κάποιοι αναβάτες τα χρησιμοποιούν για στήριγμα του αγκώνα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " oparcie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "oparcie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "oparcie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη