Μετάφραση του "opatrunek" σε Ελληνικά

Οι επίδεσμος, σάλτσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "opatrunek" σε Ελληνικά.

opatrunek Noun noun masculine γραμματική

med. materiał do zabezpieczania i leczenia uszkodzeń ciała [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • επίδεσμος

    noun masculine

    Mały opatrunek na palcu, na ranie po przysiędze.

    Ο επίδεσμος στον αντίχειρα, δείχνει ότι δώσατε όρκο.

  • σάλτσα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " opatrunek " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "opatrunek" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη