Μετάφραση του "optymizm" σε Ελληνικά

Οι αισιοδοξία, οπτιμισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "optymizm" σε Ελληνικά.

optymizm noun masculine γραμματική

wiara w pomyślność, dostrzeganie pozytywów

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αισιοδοξία

    noun feminine

    wiara w pomyślność, dostrzeganie pozytywów

    Wy również możecie wykazywać się współczuciem, ciężką pracą i optymizmem.

    Εσείς επίσης μπορείτε να δείξετε συμπόνια, σκληρή εργασία και αισιοδοξία.

  • οπτιμισμός

    noun masculine

    wiara w pomyślność, dostrzeganie pozytywów

    To najbardziej ponury optymizm, o jakim kiedykolwiek słyszałem.

    Αυτός είναι ο πιο θλιβερός οπτιμισμός που άκουσα ποτέ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " optymizm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "optymizm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη