Μετάφραση του "organ" σε Ελληνικά

Οι όργανο, οργανισμός, φορέας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "organ" σε Ελληνικά.

organ noun masculine γραμματική

część organizmu ludzkiego, zwierzęcego lub roślinnego [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • όργανο

    noun neuter

    W pełni wydzielona jednostka o charakterze strukturalnym lub funkcjonalnym, taka jak wątroba lub korzeń.

    Niezbędne jest jednak zapewnienie, by te organy i instytucje utrzymały własne zadania.

    Εντούτοις, το καθένα από τα όργανα και τους οργανισμούς αυτούς πρέπει να διατηρήσει την αποστολή του.

  • οργανισμός

    noun masculine

    Notyfikowany organ może zażądać dalszych próbek, jeśli będą one potrzebne do realizacji programu badań.

    Ο διακοινωμένος οργανισμός είναι δυνατόν να ζητεί επιπλέον δείγματα, αν το απαιτούν οι ανάγκες του προγράμματος δοκιμών.

  • φορέας

    noun masculine

    Instytucja zobowiązana do wypłaty świadczeń informuje jednocześnie organ płatnik o dokonaniu płatności.

    Ο φορέας οφειλέτης αποστέλλει συγχρόνως στον καταβάλλοντα οργανισμό ειδοποίηση πληρωμής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " organ " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "organ"

Φράσεις παρόμοιες με "organ" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "organ" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη