Μετάφραση του "pacht" σε Ελληνικά

Το νοικιασμένο είναι η μετάφραση του "pacht" σε Ελληνικά.

pacht noun masculine

przest. dzierżawa, arenda [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • νοικιασμένο

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pacht " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pacht" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη