Μετάφραση του "pan" σε Ελληνικά
Οι κύριος, άνδρας, άντρας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pan" σε Ελληνικά.
zwrot grzecznościowy w stosunku do mężczyzny; w zwrotach bezpośrednich zastępuje zaimek ty [..]
-
κύριος
noun masculinezwrot grzecznościowy w stosunku do mężczyzny; w zwrotach bezpośrednich zastępuje zaimek ty [..]
Tak więc, panowie, tym razem nie możemy ich zawieść.
Αυτή τη φορά κύριοι, δεν πρέπει να τους απογοητεύσουμε.
-
άνδρας
noun masculineκάθε ενήλικος άνθρωπος αρσενικού φύλου
Ożenię się z Conchitą i będę panem tego domu.
Θα παντρευτώ με την Κονσίτα και θα είμαι ο άνδρας του σπιτιού.
-
άντρας
noun masculineChcesz, żebym był panem domu, Więc pozwól mi podejmować ciężkie decyzje.
Θέλεις να είμαι ο άντρας του σπιτιού, άφησε με να παίρνω τις δύσκολες αποφάσεις.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δεσπότης
- ταψί
- εσένα
- εσείς
- εσύ
- ιδιοκτήτης
- κάτοχος
- κυβερνήτης
- κύριε
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pan " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
rel. bóg w religii monoteistycznej, zwłaszcza w chrześcijaństwie [..]
-
Πάνας
proper masculinePan (mitologia)
-
Κύριος
noun masculinerel. bóg w religii monoteistycznej, zwłaszcza w chrześcijaństwie [..]
Witamy panie i panów.
Καλωσήρθατε, κυρίες και κύριοι!
-
Παν
proper masculinemit. gr. bóg pasterzy, przedstawiany jako człowiek z koźlimi nogami i rogami; [..]
Może będę potrzebował tych rzeczy, żeby obronić się przed Panem.
Γιατί μπορεί να τα χρειαστώ αυτά, για να προστατευθώ από τον Παν.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- εσένα
- εσείς
- εσύ
- θεός
= Polska Akademia Nauk;
"PAN" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το PAN στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "pan"
Φράσεις παρόμοιες με "pan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ζακ ο μοιραίος και ο κύριος του
-
σας · σου
-
Δημήτρης Π. Κρανιώτης
-
ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί
-
κατά τα βουνά και τα χιόνια · μαθημένα τα βουνά απ' τα χιόνια
-
τύμπανο · τύμπανο καραϊβικής
-
πολυχλωροδιβενζο-π-διοξίνη
-
Παραξυλόλιο