Μετάφραση του "panowanie" σε Ελληνικά

Οι αυτοκρατορία, διακυβέρνηση, κυριαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "panowanie" σε Ελληνικά.

panowanie Noun noun neuter γραμματική

władza [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκρατορία

    noun feminine

    Ojciec mówił, że panowanie Brytyjczyków było wielką niesprawiedliwością.

    Ο πατέρας μου λέει ότι στην Αυτοκρατορία υπήρχε μεγάλη αδικία.

  • διακυβέρνηση

    noun feminine

    trzymanie steru (rządów)

    Chcę mieć szansę trochę zmienić niektóre reguły panujące tutaj.

    Είμαι σίγουρη ότι η επιλογή μου θα φέρει την διαφορά στην διακυβέρνηση.

  • κυριαρχία

    noun feminine

    Nieprawemu panowaniu często towarzyszy ciągła krytyka oraz powstrzymywanie słów aprobaty czy miłości.

    Η άνομη κυριαρχία συχνά συνοδεύεται από συνεχή κριτική και παρακράτηση τής επιδοκιμασίας ή τής αγάπης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " panowanie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "panowanie" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • κυβερνώσα βασίλισσα
  • αναμένω · βασιλεύω · δεσπόζω · επικρατώ · κυβερνάω · κυβερνώ · κυριαρχώ · περιμένω
  • βασιλικός οίκος
  • κυβερνήτης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "panowanie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη