Μετάφραση του "paskal" σε Ελληνικά

Οι πασκάλ, Πασκάλ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paskal" σε Ελληνικά.

paskal noun masculine γραμματική

metrol. fiz. jednostka ciśnienia w układzie SI; [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πασκάλ

    noun

    p = prężność pary substancji w paskalach

    p = η τάση ατμών της ουσίας σε πασκάλ

  • Πασκάλ

    jednostka ciśnienia

    p = prężność pary substancji w paskalach

    p = η τάση ατμών της ουσίας σε πασκάλ

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paskal " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paskal" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη