Μετάφραση του "pasterski" σε Ελληνικά
Οι ποιμενικός, βουκολικός, ποιμαντικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pasterski" σε Ελληνικά.
pasterski
Adjective
adjective
γραμματική
dotyczący pasterstwa, związany z pasterstwem [..]
-
ποιμενικός
adjective masculineMimo naturalnych przeszkód w regionie kwitło życie pasterskie, ukierunkowane na produkcję serów z mleka uzyskiwanego z niewielkich stad.
Παρά τις φυσικές δυσχέρειες, έχει αναπτύξει έντονη ποιμενική δραστηριότητα, προσανατολισμένη στην παραγωγή τυριού από τη γαλακτοπαραγωγή μικρών κοπαδιών.
-
βουκολικός
adjective masculine -
ποιμαντικός
feminine15 Załóżmy, że jako starszy zboru dokonujesz wizyty pasterskiej u małżeństwa, które stało się nieaktywne duchowo.
15 Ας υποθέσουμε ότι είστε πρεσβύτερος και κάνετε μια ποιμαντική επίσκεψη.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pasterski " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "pasterski"
Φράσεις παρόμοιες με "pasterski" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τσοπανόσκυλο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη