Μετάφραση του "paszport" σε Ελληνικά

Οι διαβατήριο, Διαβατήριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "paszport" σε Ελληνικά.

paszport noun masculine γραμματική

dokument tożsamości uprawniający do przekraczania granic państwowych;

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβατήριο

    noun neuter

    dokument tożsamości uprawniający do przekraczania granic państwowych;

    W końcu otrzymałem mój brytyjski paszport.

    Τελικά έλαβα το βρετανικό μου διαβατήριο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " paszport " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Paszport
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διαβατήριο

    W końcu otrzymałem mój brytyjski paszport.

    Τελικά έλαβα το βρετανικό μου διαβατήριο.

Εικόνες με "paszport"

Φράσεις παρόμοιες με "paszport" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "paszport" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη