Μετάφραση του "patrystyka" σε Ελληνικά

Οι πατρολογία, Πατρολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "patrystyka" σε Ελληνικά.

patrystyka noun feminine

nauka starożytnych i wszesnośredniowiecznych Ojców Kościoła (Patres) [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πατρολογία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " patrystyka " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Patrystyka
+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πατρολογία

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "patrystyka" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη