Μετάφραση του "pauza" σε Ελληνικά
Οι παύλα, αθετώ, ακινησία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pauza" σε Ελληνικά.
pauza
Noun
noun
feminine
γραμματική
przerwa w jakiejś czynności [..]
-
παύλα
noun feminine -
αθετώ
Verb verb -
ακινησία
noun feminine
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διάλειμμα
- μεγάλη παύλα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " pauza " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Pauza
-
Διπλή παύλα
σημείο στίξης
Φράσεις παρόμοιες με "pauza" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγγραφή χωρίς ενδιάμεσα κενά
-
χωρίς ενδιάμεσα κενά
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη