Μετάφραση του "peron" σε Ελληνικά

Οι πλατφόρμα, αποβάθρα, εξέδρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "peron" σε Ελληνικά.

peron noun masculine γραμματική

kolej. wydzielona część stacji kolejowej, przeznaczona dla pasażerów, umożliwiająca im wsiadanie do pociągu i wysiadanie z niego [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλατφόρμα

    noun feminine

    kolej. wydzielona część stacji kolejowej, przeznaczona dla pasażerów, umożliwiająca im wsiadanie do pociągu i wysiadanie z niego [..]

    Podejrzany idzie południowym peronem ku wyjściu na Varick.

    Ο ύποπτος κινείται, πηγαίνει νότια στη νότια πλατφόρμα προς την έξοδο Βάρικ.

  • αποβάθρα

    noun feminine

    Chcę po jednym agencie przy każdym nadchodzącym pociągu, na każdym peronie.

    Θέλω έναν πράκτορα, σε κάθε τρένο, και έναν σε κάθε αποβάθρα.

  • εξέδρα

    noun feminine

    „Leżałem na peronie, tratowany przez uciekających w popłochu ludzi” — opowiada.

    «Μέσα στον πανικό, οι άνθρωποι με ποδοπάτησαν καθώς ήμουν πεσμένος μπρούμυτα στην εξέδρα του σταθμού», εξήγησε ο ίδιος.

  • προκυμαία

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " peron " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Peron noun masculine
+ Προσθήκη

"Peron" στο λεξικό Πολωνικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Peron στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "peron"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "peron" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη