Μετάφραση του "phisher" σε Ελληνικά

Το υποκλοπέας ηλεκτρονικών στοιχείων είναι η μετάφραση του "phisher" σε Ελληνικά.

phisher noun

człowiek, który podszywa się pod inną osobę albo instytucje i zdobywa za pomocą sieci Internet określone prywatne dane (np. hasła, piny); osoba, która dopuszcza się phishingu

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • υποκλοπέας ηλεκτρονικών στοιχείων

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " phisher " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "phisher" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη