Μετάφραση του "pianista" σε Ελληνικά

Το πιανίστας είναι η μετάφραση του "pianista" σε Ελληνικά.

pianista noun masculine γραμματική

osoba, która gra na pianinie lub fortepianie [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιανίστας

    noun masculine

    człowiek, który gra (dobrze) na pianinie [..]

    Seymour, nie chcę być najbogatszym pianistą na cmentarzu.

    Σέιμουρ, δε θέλω να είμαι ο πλουσιότερος πιανίστας στον τάφο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pianista " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pianista"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pianista" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη