Μετάφραση του "pijak" σε Ελληνικά

Οι μέθυσος, μεθύστακας, μπεκρής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pijak" σε Ελληνικά.

pijak noun masculine γραμματική

osoba nadużywająca alkoholu [..]

+ Προσθήκη

Πολωνικά-Ελληνικά λεξικό

  • μέθυσος

    noun masculine

    Jest też pijakiem i największym zawodem mojego życia.

    Είναι μέθυσος, και με απογοήτευε σε όλη μου τη ζωή.

  • μεθύστακας

    noun masculine

    Po śmierci mojej matki, został użalającym się nad sobą pijakiem tak, jak ty.

    Όταν πέθανε η μητέρα μου έγινε ένας μεθύστακας σαν εσένα.

  • μπεκρής

    noun masculine

    Nie mogłem wracać do Indian, więc wróciłem do białych i zostałem pijakiem.

    Δεν μπορούσα να γυρίσω στους Ινδιάνους, γι'αυτό γύρισα στους λευκούς κι έγινα μπεκρής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pijak " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pijak" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη